Monday, 18 December 2006

Σουβλάκι, ταραμάς και Μάριος Τόκας

Πόσα Σαββατόβραδα έχετε κανονίσει έξοδο; Φαντάζομαι τα περισσότερα, από τότε τουλάχιστον που έχετε αυτή τη δυνατότητα… Πόσα όμως σας έχουν μείνει αξέχαστα; Κι όχι αξέχαστα με την έννοια «πέρασα αξέχαστα!» ή «δε θα ξεχάσω το γέλιο που ρίξαμε». Αλλά να γυρνάς σπίτι σου και να συνειδητοποιείς ότι αυτή τη βραδιά θα τη θυμάσαι για χρόνια.

Ένα τέτοιο λοιπόν Σαββατόβραδο πέρασα χτες. Και όχι με φίλους, ούτε καν με γνωστούς.

Χτες ένα σωματείο ομογενών, καταγωγής από τα μέρη του πατέρα μου, είχε την Χριστουγεννιάτικη εκδήλωσή του. Όταν λέμε για εκδήλωση, μη φανταστείτε μεγαλεία και πολυκοσμία! Δε μιλάμε για εκδήλωση πρεσβείας, για τοπικό σωματείο λέμε! Επειδή λοιπόν έτυχε να ξέρω έναν δυο ανθρώπους εκεί, με κάλεσαν να παρευρεθώ. Μην έχοντας και τίποτα καλύτερο να κάνω (βλέπεις πολλοί έχουν ήδη επιστρέψει για τις γιορτές), αποδέχτηκα την πρόταση, αν και περισσότερο ως κοινωνική υποχρέωση το είδα, παρά ως ευκαιρία για διασκέδαση.

Έφτασα από τους πρώτους, καθ’ ότι όταν δεν ξέρω πώς να πάω κάπου, παίρνω τα μέτρα μου και ξεκινάω νωρίτερα. Βρήκα έναν χώρο απλό, μερικά τραπέζια στρωμένα και μια τηλεόραση συντονισμένη στο ERT world (το πρώην ERT sat). «Από δω ο καφετζής μας», με συστήνει ο γνωστός μου. Γραφική φιγούρα. Ένας μελαμψός σαρανταπεντάρης, με κοιλίτσα, με ένα τριμμένο κοντομάνικο για την περίσταση (θα αναλάμβανε και χρέη ψήστη) και παχύ μαύρο μουστάκι. Πληθωρικός και στο χαρακτήρα, αμέσως να μου πιάσει την κουβέντα. Ευχάριστος, μερακλής!

Σιγά σιγά καταφθάνουν οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες. Και αναλογίζομαι: οκ Γκρινιάρη, ψυχραιμία. Μπορεί να είμαι ο μόνος κάτω από 45, μπορεί η πλειοψηφία να είναι Γερουσία, αλλά θα το παλέψεις!

Πότε ξανάκανα τόσες πολλές χειραψίες δε θυμάμαι. Βλέπετε όλοι εκεί γνωρίζονταν, εγώ ήμουν, εκτός από μικρός, και άγνωστος. Και σε κάθε μια ακουγόταν το γνωστό τροπάρι από τον «σύνδεσμό» μου. «Είναι ο εγγονός του κυρ-Γκρινιάρη, τον θυμάσαι; Ναι, ναι. Ε, παιδί του γιού του είναι». Και δώσε του γέλια, και δώσε του χειραψίες, και δώσε του μακρινές συγγένειες που μου ανέλυαν, και τις οποίες εγώ συνήθως δεν καταλάβαινα… Άλλοι μάλιστα είχαν φροντίσει να πληροφορηθούν από που βαστάει η σκούφια μου, βλέποντας μια άγνωστη φυσιογνωμία ανάμεσά τους, και ερχόντουσαν τείνοντας μου το χέρι τους, συστηνόμενοι. «Ξέρω, είσαι ο εγγονός του κυρ-Γκρινιάρη. Εγώ είμαι άντρας της αδερφής του Ταδόπουλου, που έμενε απέναντι από τον παππού σου». Όπου εκεί εγώ έπρεπε να γνέψω καταφατικά, ότι ναι, κάτι θυμάμαι, άσχετα αν εγώ ούτε είχα ακούσει τον κύριο Ταδόπουλο και την αδερφή του…

Από την κουζίνα πιο δίπλα είχε αρχίσει να έρχεται η τσίκνα. Μου είχε λείψει αυτή η θεσπέσια μυρωδιά. Εδώ στους δρόμους αν οσμιστείς κάτι σε φαγητό, αυτό θα είναι τηγανητό. Μας φάγανε τα fishάδικα. Τόσο που τις πρώτες μέρες νόμιζα ότι παντού μυρίζω Mac Donald's. Το ψητό όμως έχει άλλη γλύκα…

Οι συζητήσεις έδιναν και έπαιρναν, αλλά παραδόξως όχι για θέματα από την πατρίδα, όπως εγώ περίμενα. Έναν αστείο τόνο στο όλο σκηνικό έδιναν οι bilingual συνομιλίες. Να ρωτά ο ένας στα ελληνικά, να απαντά η άλλη στα αγγλικά. Να συνεχίζει ο άλλος ανάμεικτα, να αποκρίνεται η άλλη σε ελληνικά. Και όλα να φαίνονται τόσο φυσιολογικά… Η μασκότ ήταν ο καφετζής-ψήστης, στον οποίον γινόταν άγρια καζούρα για το κρέας, αλλά και επειδή στα κλεφτά άνοιγε την πόρτα για να καπνίσει λίγο, με αποτέλεσμα όλοι οι υπόλοιποι να τον πέρνουμε χαμπάρι από το ρεύμα παγετού που μας χτυπούσε και να του τα ψέλνουν!

Στην τηλεόραση είχε βάλει τώρα το Στην Υγεία μας, με καλεσμένο αυτή τη φορά τον Μάριο Τόκα, αγαπημένο συνθέτη. Απ’ ότι κατάλαβα το πρόγραμμα αυτό έχει μεγάλη απήχηση εδώ. Γιατί όχι; Εδώ στην Ελλάδα, με όλες τις πίστες και τα ραδιόφωνα στα πόδια μας, και τέτοια προγράμματα χτυπάνε νούμερα (ακόμα έτσι είναι; Ιδέα δεν έχω). Υπό το άκουσμα λοιπόν των μελωδιών του Τόκα, αλλά κυρίως του σαματά από τις μεγαλόφωνες συζητήσεις, τα γέλια και τα πειράγματα, άρχισε το φαγητό. Πίτες, σουβλάκια, ταραμάς, ελιές, σαλάτα. Λιτά, χωρίς πολυτέλειες, αλλά ποιος τις χρειάζεται; Το κρασί και οι ευχές συμπλήρωναν το ζεστό σκηνικό.


Είχα χαθεί. Ξαφνικά με είδα σε ένα ταβερνάκι στου Ζωγράφου, να τα πίνω με τους κολλητούς μου, με το κρασί να αρχίζει να μου μουδιάζει το μέτωπο, με τα γέλια να μη με αφήνουν να κατεβάσω μπουκιά. Που είστε ρε σεις, μου λείπετε γαμώτο…


Δεν ήμουν στο Λονδίνο. Τίποτα δε θύμιζε Αγγλία. Μόνο ίσως εκείνα τα κόκκινα διώροφα λεωφορεία που έβλεπα καμιά φορά από την mosaic τζαμαρία. Απρόσκλητοι επισκέπτες στην ελληνική μας βραδιά.

Η αλήθεια είναι πως την περισσότερη ώρα παρακολουθούσα παρά συμμετείχα. Πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά άλλωστε, άγνωστος μεταξύ γνωστών, δεν είχα πολλά να πω, είχα όμως αρκετά να ακούσω. Οι άνθρωποι μπορεί να μου ήταν άγνωστοι βέβαια, το κλίμα όμως ήταν γνώριμο. Ζεστό, φιλικό. Να σε αγκαλιάσουν, να σε περιποιηθούν. Καιρό είχα να νιώσω έτσι.

Τα σημάδια λίγων μόνο βδομάδων ξενιτιάς και μοναξιάς, καλά κρυμμένα στο τρέξιμο της καθημερινότητας, ξεγυμνώθηκαν με μιας.

Όταν τελείωσε το φαγητό, αφού δηλαδή ως κλασικοί Έλληνες φάγαμε του σκασμού, έγινε κάτι που εμένα μου φάνηκε λίγο γελοίο, αλλά μάλλον μόνο σε μένα. Με την παρότρυνση του προέδρου του σωματείου, ενός πολύ δραστήριου ανθρώπου, έψαλαν εύθυμα και γελαστά, όπως ταιριάζει άλλωστε και στις μέρες, το «Τη γέννησή σου Χριστέ», το «Η Παρθένος σήμερον» και το… «Άγια Νύχτα»! Εντάξει, ομολογώ, αυτό δεν το περίμενα, αλλά πώς να τους παρεξηγήσεις αυτούς τους ανθρώπους; Και γιατί να το κάνεις; Έτσι το νιώθουν, έτσι το κάνουν!

Κάπως έτσι τελείωσε η βραδιά μου χτες.


Αν μου έλεγε κάποιος πριν 3 μήνες ότι Σάββατο βράδυ θα το περνούσα κατ’ αυτόν τον τρόπο, με ανθρώπους άγνωστους και τελείως διαφορετικούς από εμένα, μάλλον θα γέλαγα. Αν μου έλεγε μάλιστα ότι μετά θα ήμουν κι ευχαριστημένος, μάλλον θα πίστευα ότι με κοροϊδεύει και θα θύμωνα. Αλλά κοίτα να δεις πως αλλάζουν τα πράγματα, έτσι;

Βασιλόπιτα πότε θα κόψουμε πρόεδρε;

3 comments:

julia said...

Αντε βρε και του χρόνου...
Η αλήθεια ειναι οτι εκει που δεν περιμένεις πολλές φορές να περάσεις καλά...περνάς ΤΕΛΕΙΑ.....

convinsed said...

Όμορφο ποστ με όμορφες εικόνες. Ο κάθε τόπος είναι οι άνθρωποι του όπου και αν βρίσκονται.
και δεύτερον...
Τα απλά πράγματα κάνουν την ζωή μας ξεχωριστή.

Nikolia said...

Έτσι είναι αυτά.. όταν είσαι μακρυά από την χώρα.. :) και γω αύριο θα πάω για χριστουγεννιάτικο δείπνο με φίλους Έλληνες. Χρόνια πολλά